/////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////
Home   About   Member   Contact
/////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

Ενα παραμύθι για μικρούς μεγάλους

Το παρακάτω κείμενο το βρήκα σε ένα υπέροχο ιστιολόγιο και σας παραθέτω τον σύνδεσμο για να συνδεθείτε και να κάνετε την εγγραφή σας . Από τα καλύτερα που έχω διαβάσει μέχρι σήμερα .


http://mythostoxypnima.blogspot.gr/2012/02/blog-post_4844.html?spref=fb



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα σκιουράκι (ένα παραμύθι για μεγάλους)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα σκιουράκι. Δεν ήταν ούτε μικρό, ούτε μεγάλο, ούτε όμορφο, ούτε άσχημο. Ήταν απλά ένα σκιουράκι. Καθόταν λοιπόν στην άκρη του δάσους και ρωτούσε κάθε ζώο που περνούσε, «μπορείς να με αγαπάς?».
Κάποια ζώα συνέχιζαν το δρόμο τους χωρίς να του δίνουν σημασία, κάποια γελούσαν, κάποια το κορόϊδευαν, αλλά το σκιουράκι συνέχιζε να ρωτάει κάθε ζώο που περνούσε, «μπορείς να με αγαπάς?» Κι έτσι ο καιρός περνούσε, αλλά το σκιουράκι δεν απελπιζόταν. Και μια μέρα, ένας ασβός σταμάτησε και του απάντησε «ναι, μπορώ να σε αγαπάω». Το σκιουράκι άνοιξε τα ματάκια του, κοίταξε τον ασβό και τον ρώτησε «αλήθεια μπορείς? Αλήθεια θα με αγαπάς? Και δε θα με αφήσεις ποτέ?».
«Ναι θα σε αγαπώ» απάντησε ο ασβός, «αλλά δε ξέρω πως είναι να αγαπάς. Τι πρέπει να κάνω?»
«Τίποτα», του είπε το σκιουράκι. «Θα με κοιτάς, θα σε κοιτάω κι έτσι θα αγαπιόμαστε».
«Εντάξει» απάντησε ο ασβός κι έμειναν εκεί, στην άκρη του δάσους να κοιτάζει το ένα το άλλο.
«Βαρέθηκα» είπε κάποια στιγμή μετά από λίγο καιρό ο ασβός. «Τι θα κάνουμε τώρα?»
Το σκιουράκι τον κοίταξε με έκπληξη, σκέφτηκε για λίγο και μετά είπε, «μπορούμε να ανεβούμε σε μια ηλιαχτίδα και να ταξιδέψουμε προς τον ήλιο!»
Ο ασβός συμφώνησε κι έτσι ανέβηκαν σε μια ηλιαχτίδα και ξεκίνησαν το ταξίδι τους προς τον ήλιο. Το σκιουράκι ήταν πολύ ευτυχισμένο έτσι όπως ταξίδευαν με την ηλιαχτίδα! Μα πάρα πολύ ευτυχισμένο!!!
«Βαρέθηκα», είπε πάλι ο ασβός μετά από λίγο καιρό. «Δε θέλω να το κάνω άλλο αυτό. Το έχω ξανακάνει και το βαρέθηκα. Φεύγω. Θα γυρίσω πίσω στη Γη» είπε και κατέβηκε από την ηλιαχτίδα αφήνοντας μόνο του το σκιουράκι.
Το σκιουράκι συνέχισε να ταξιδεύει, αλλά ήταν πολύ λυπημένο. Ήταν μόνο του και αν και πάνω στην ηλιαχτίδα ένιωθε πολύ κρύο και καθόλου, μα καθόλου χαρά. Τίποτα δεν ήταν όπως πριν. «Θέλω να κατέβω» είπε κάποια στιγμή στην ηλιαχτίδα. «Θέλω να γυρίσω στη Γη να βρω τον ασβό».
«Μα δε γίνεται να κατέβεις έτσι» είπε η ηλιαχτίδα «κάτι πρέπει να μου δώσεις»
«Μα δεν έχω τίποτα» είπε το σκιουράκι, «τι να σου δώσω?»
«Να μου δώσεις..... δύο από τα πατουσάκια σου» είπε η ηλιαχτίδα.
«Τα πατουσάκια μου...? Μα... δε θα μπορώ να περπατάω μετά...» είπε περίλυπο το σκιουράκι. Ήθελε όμως τόσο πολύ να κατέβει στη Γη να βρει τον ασβό. «Εντάξει πάρτα» είπε στην ηλιαχτίδα κι άπλωσε τα πατουσάκια του. Η ηλιαχτίδα έκαψε τα πατουσάκια του και το σκιουράκι βρέθηκε να κάθεται πάλι στην άκρη του δάσους χωρίς να μπορεί όμως πια να περπατήσει.
Κοίταξε δεξιά, κοίταξε αριστερά, αλλά ο ασβός δεν ήταν πουθενά και το σκιουράκι ένιωσε ακόμη πιο μόνο και πονεμένο.
«Μπορείς να με αγαπάς?» άκουσε τότε μια φωνή να το ρωτάει. Το σκιουράκι ξαφνιάστηκε τόσο πολύ! Ποιος ήταν αυτός που ρωτούσε το ίδιο πράγμα με εκείνο? Ποιος ήταν αυτός που επιθυμούσε το ίδιο πράγμα? Γύρισε και είδε έναν κάστορα.
«Ναι, μπορώ να σε αγαπάω» είπε το σκιουράκι, «αλλά δε ξέρω πως να σε αγαπάω. Τι πρέπει να κάνω?»
«Α, θα τρέχουμε μέσα στο δάσος, θα παίζουμε με τις φυλλωσιές, θα πλατσουρίζουμε στο νερό κι έτσι θα αγαπιόμαστε» είπε ο κάστορας.
«Α....» αναστέναξε με λύπη το σκιουράκι «μα δε βλέπεις, δεν μπορώ να περπατήσω, μου λείπουν τα δυο μου πόδια» είπε το σκιουράκι και δάκρυσε.
«Δεν πειράζει» απάντησε αμέσως ο κάστορας. «Θα σου φτιάξω δύο στηρίγματα από λυγαριά για να μπορείς να στηρίζεσαι. Κι αν δεν μπορείς, θα σε έχω στην αγκαλιά μου και θα σε κουβαλάω εγώ».
Το σκιουράκι ένιωσε πολύ χαρούμενο! «Εντάξει!» είπε χαμογελώντας και ο κάστορας το πήρε αγκαλιά.
Από τότεδεν είδε κανείς ξανά το σκιουράκι και τον κάστορα, αλλά άκουγαν τα ευτυχισμένα γέλια τους πίσω από τις φυλλωσιές και τα πλατσουρίσματά τους στο νερό.


Δημοσίευση σχολίου